Ενημέρωση φίλων για ό,τι παράγεται από τη μέλισσα, το σταφύλι και την ελιά, και όχι μόνο.

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

17. Το μεγάλο πλεονέκτημα του ελαιολάδου στο τηγάνισμα


Οι διαιτολόγοι συνιστούν να αποφεύγουμε την κατανάλωση τηγανιτών. Αν είστε από αυτούς  που μπόρεσαν να βγάλουν τα τηγανιτά από το διαιτολόγιο τους, η ανάρτηση αυτή δεν σας αφορά. Αν όχι, ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε ώστε, τουλάχιστον, να είναι κατά το δυνατό πιο «υγιεινά».

Κατ αρχήν και  πέρα από τους γενικούς κανόνες που πρέπει να τηρούμε στο τηγάνισμα (βλ πρκ), το σημαντικότερο, είναι το είδος του λαδιού ή του λίπους που θα χρησιμοποιήσουμε .

 
 
Χωρίς καμία αμφιβολία το καταλληλότερο λάδι για τηγάνισμα είναι το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο και αυτό γιατί, η πλούσια περιεκτικότητά του σε  μονοακόρεστα, το κάνει ανθεκτικότερο στις υψηλές θερμοκρασίες. Ειδικότερα, 
 
 

Όλα τα λίπη έχουν:

1.      Μία θερμοκρασία στην οποία αρχίζουν να αλλοιώνονται.

2.      Μία θερμοκρασία στην οποία αρχίζουν να βγάζουν καπνό, (το λεγόμενο σημείο καπνού).

Τιμές, οι οποίες είναι διαφορετικές για κάθε λίπος.  

Η αλλοίωση του ελαιολάδου αρχίζει στους 230 βαθμούς κελσίου, ενώ των σπορέλαιων στους 168 βαθμούς Κελσίου.

Το ελαιόλαδο έχει σημείο καπνού τους 200 βαθμούς  Κελσίου, ενώ τα σπορέλαια τους 230 βαθμούς  Κελσίου.

Επομένως, το τεράστιο πλεονέκτημα του ελαιολάδου σε σχέση με τα σπορέλαια, είναι  η μεγαλύτερη ανθεκτικότητα που παρουσιάζει στη  θερμότητα. Επειδή δε, η  θερμοκρασία αλλοίωσης του ελαιολάδου, είναι υψηλότερη αυτής του σημείου καπνού, αν αρχίζει να καπνίζει κατά τη διαδικασία του τηγανίσματος,  η μείωση της έντασης της θερμοκρασίας και μόνο, αρκεί ώστε να ολοκληρωθεί το τηγάνισμα, χωρίς γευστικές και κυρίως ανθυγιεινές συνέπειες.

Το αντίθετο συμβαίνει με τα σπορέλαια. Επειδή η θερμοκρασία αλλοίωσης, είναι χαμηλότερη του σημείου καπνού, αν αρχίσει να καπνίζει, έχει ήδη αλλοιωθεί.

Γενικότερα, για ένα υγιεινότερο τηγάνισμα:

Χρησιμοποιούμε:

·         καλής ποιότητας τηγάνια, βαριά, που να εφάπτονται καλά στο μάτι της κουζίνας.

·         μεγάλη ποσότητα ελαιολάδου, μικρές ποσότητες τροφίμων, ώστε να μην πέφτει η θερμοκρασία και επιμηκύνεται ο χρόνος του τηγανίσματος.

·         τρόφιμα, καλά πλυμένα και οπωσδήποτε στεγνά.

·         το ίδιο ελαιόλαδο  μέχρι 4 φορές, (αν επιμένουμε σε  σπορέλαια,  μέχρι 2). Για να ξαναχρησιμοποιήσουμε το τηγανόλαδο, πάντα το φιλτράρουμε και το χρησιμοποιούμε να τηγανίσουμε το  ίδιο είδος τροφής.

Ο συνολικός χρόνος τηγανίσματος με το ίδιο λάδι, δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 30 λεπτά, ακόμη και αν αφορά τη χρήση του σε διαφορετικές ημέρες.

Δεν προσθέτουμε καινούριο λάδι στο ήδη τηγανισμένο.

Δεν αλατίζουμε πριν το τηγάνισμα, ή κατά τη διάρκειά του.

 


Αυτά, και προσοχή στις βουτιές….στο ελαιόλαδο, αλλά και στη θάλασσα,

 
 
 
 
 
 
                             ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

15. «Λάδι από την κορυφή, κρασί απ` τη μέση και μέλι απ` τον πάτο, αγόραζε»

Σοφή ελληνική παροιμία που περικλείει μέσα της τη γνώση και την εμπειρία των προγόνων  μας και μας διδάσκει πώς μπορούμε να προσλάβουμε τη μέγιστη δυνατή  ποιότητα  από τα τρία αυτά παραδοσιακά προϊόντα του τόπου μας.  Σήμερα, βέβαια, τα πάντα είναι τυποποιημένα, αλλά αν έχουμε τη δυνατότητα να ελέγξουμε την αγορά μας, ενδεχομένως από κάποιον μικρό παραγωγό, καλό είναι να γνωρίζουμε ότι:
Λόγω της διαφορετικής πυκνότητάς τους, τα άχρηστα υπολείμματα κάθε προϊόντος, συσσωρεύονται σε διαφορετικό σημείο του όγκου του. Συγκεκριμένα:
·         Η πυκνότητα του μελιού εξαρτάται από την υγρασία που περιέχει.  Κυμαίνεται δε,  από 1,45 gr/ml, με υγρασία 13%,  έως 1,39gr/ml, με υγρασία 22%.

·         Στο Ελαιόλαδο, η πυκνότητα βρίσκεται στα   0,92 gr/ml.

·         Το δε κρασί έχει μέση πυκνότητα  περίπου 0,98 gr/ml, κοντά στην  πυκνότητα δηλαδή του νερού, η οποία είναι ίση με 1gr/ ml.
 
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, καταλαβαίνουμε ότι τα περιττά υλικά του μελιού συγκεντρώνονται στην επιφάνεια και  του λαδιού στον πυθμένα. Στην περίπτωση του  κρασιού, υπολείμματα μαζεύονται στον πυθμένα ( το λεγόμενο κατακάθι από τις χρωστικές και άλλες ουσίες) ενώ στην επιφάνεια μερικές φορές όταν το κρασί έρχεται σε επαφή με τον αέρα, σχηματίζεται ένα πέπλο από αερόβιους μικροοργανισμούς που ονομάζεται «άνθος του οίνου».
 
 
Από την αρχαιότητα μέχρι τα χρόνια των παππούδων μας το κύριο αποθηκευτικό μέσο ήταν το πιθάρι.
 
 
 
 
το μεγάλο πιθάρι της Γιαγιάς που χρησίμευε για την αποθήκευση λαδιού
 
 
 
Η άντληση του λαδιού, ήταν η ευκολότερη, καθώς το καλύτερο μέρος του, βρίσκονταν στην επιφάνεια. Όταν έφταναν στη «μούργκα» ήταν αρκετά σαφές ότι έπρεπε να σταματήσουν την κατανάλωση.
 
 
 
Το μικρότερο πιθάρι της Γιαγιάς
 
 
 
 
Λιγότερο εύκολη ήταν η άντληση του μελιού. 
 
 
 
 
 
 
 
Τέλος, την πιο περίπλοκη άντληση, απαιτούσε το κρασί και αυτό, γιατί το καλύτερο κρασί ήταν στη μέση. Προκειμένου να αντλήσουν το ποιοτικότερο μέρος, χρησιμοποιούσαν την «Αρύταινα», ένα ειδικό εργαλείο που θυμίζει αρκετά κουτάλα σούπας. Το όνομά του προέρχεται από το αρχαίο ρήμα : αρύομαι, που σήμαινε: αντλώ. Την εργασία αυτή την αναλάμβαναν στην αρχαιότητα έμπειροι υπηρέτες, οι Οινοχόοι.

Οινοχόος με αρύταινα βγάζει κρασί από ψυκτήρα (λεπτομέρεια από αρχαίο μελανόμορφο αγγείο)

 
 
 
 
 
Από ευρύστομο κρατήρα με δύο αρύταινες διαφορετικού σχήματος .

 


 
 
 
 
Museo Archeologico Nazionale   Αττική ερυθρόμορφη στάμνος, περι το 420 π.χ.
Ιεροτελεστία μετάγγισης «ανθισμένου» οίνου.
Με αρύταινα αντλεί τον οίνο από τη μια στάμνο και γεμίζει ένα σκύφο.







*Πηγή:
 Σ. Κουράκου - Δραγώνα "Κρατήρ Μεστός Ευφροσύνης", εκδ. Λ. Μπρατζιωτη, Αθήνα 1998
(σχετικά με τις πληροφορίες για την αρύταινα καθώς και οι τρεις τελευταίες φωτογραφίες).  

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

14. Παντρεμένο Ελαιόλαδο


Καλοκαίρι. Μια εποχή που το ελαιόλαδο έχει την τιμητική του. Πλούσιες σαλάτες, κρέατα, λαχανικά και ψάρια στις σχάρες, μυρωδάτες τηγανιές, γρήγορες μακαρονάδες, … Είναι η εποχή που εμείς οι Έλληνες, τουλάχιστον, ερχόμαστε πιο κοντά, με καλή παρέα και νόστιμους μεζέδες.
 
 
 
 
 
 
Ένας εξαιρετικός τρόπος να κάνουμε τα εδέσματά μας νοστιμότερα αλλά και υγιεινότερα,  είναι να αρωματίσουμε το ελαιόλαδο που χρησιμοποιούμε.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Είναι εύκολο, δεν απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις, δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε με τις ώρες και όμως το αποτέλεσμα είναι ένα εκλεκτό συστατικό, το οποίο όχι μόνο θα προσθέσει γεύση και άρωμα στα πιάτα μας, αλλά θα παρέχει στον οργανισμό μας όλες εκείνες τις ευεργετικές ουσίες που προσφέρει η ελληνική γη με την πλούσια χλωρίδα της.

 
 
 
 
  
Με τι μπορούμε να αρωματίσουμε το ελαιόλαδο: 





 

  • Με αρωματικά φυτά. Φρέσκα ή αποξηραμένα, (δενδρολίβανο, βασιλικό μαϊντανό, άνηθο,  δυόσμο, μάραθο, ρίγανη, δάφνη, κ.α.)
  • Μπαχαρικά (πιπέρι, πάπρικα, κύμινο, μοσχοκάρυδο, σκόρδο, κάρυ, κάρδαμο, πιπερόριζα, κ.α.)
  • φλούδες εσπεριδοειδών (λεμόνι, πορτοκάλι)
  • Καυτερές πιπεριές, τσίλι, μπούκοβο

 
Για τα αρωματικά φυτά, πρέπει να γνωρίζουμε ότι αν χρησιμοποιηθούν φρέσκα, πρέπει να βεβαιωθούμε ότι δεν έχουν υγρά και ότι πρέπει να αφαιρεθούν από το ελαιόλαδο περίπου μετά από μία εβδομάδα, διαφορετικά ενδέχεται να σαπίσουν. Τα αποξηραμένα κλαδάκια είναι ανθεκτικότερα και επιπλέον προσθέτουν ομορφιά στο μπουκάλι του ελαιόλαδου, οπότε μπορούμε να τα αφήσουμε.






Τα μπαχαρικά πρέπει να τα προσθέτουμε σε κόκκους, ώστε να μπορούν επίσης να αφαιρεθούν. Οι φλούδες εσπεριδοειδών και οι καυτές πιπεριές, καλό είναι να χαράσσονται, ώστε να δώσουν το μέγιστο δυνατό άρωμα και φυσικά, τελικά να αφαιρεθούν.

 

 
 
 
 
 
 
Εννοείται πως, ανάλογα με το αποτέλεσμα που επιθυμούμε, μπορούμε να αρωματίσουμε το ελαιόλαδό μας, είτε με ένα συστατικό, είτε με συνδυασμούς συστατικών.
 
 
 
 
 
 

Επίσης, έχουμε τη δυνατότητα να φτιάξουμε μικρές ποσότητες από διαφορετικά αρωματισμένα ελαιόλαδα, ώστε να απολαμβάνουμε ποικιλία και παραλλαγές στα πιάτα μας.

 
 
 
 
 
 
 
 
Για ένα ξεχωριστό αποτέλεσμα βέβαια, απαιτείται η χρήση ενός καλού ελαιόλαδου.

 

Διαδικασία:

Σε ένα καθαρό, στεγνό, γυάλινο μπουκάλι, βάζουμε το ελαιόλαδο.

Τοποθετούμε μέσα στο ελαιόλαδο την αρωματική ουσία που επιθυμούμε.

Κλείνουμε και το αφήνουμε σε στεγνό και σκοτεινό μέρος, για περίπου μία εβδομάδα.

Βγάζουμε το αρωματικό συστατικό και χρησιμοποιούμε το αρωματισμένο λάδι.

 

 
 
Στην αρχή μπορούμε να ξεκινήσουμε με μικρές ποσότητες, ώστε να δοκιμάσουμε τις γεύσεις και να καταλήξουμε στις «συνταγές» που μας ικανοποιούν. Έτσι μια μικρή ποσότητα τού ενός φλιτζανιού ελαιόλαδου, αποτελεί έναν ανώδυνο πειραματισμό, αρκεί να το αποφασίσουμε.

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

13. Η Σμυρνιά στην Κασσάνδρα


Η Άνοιξη είναι μία κρίσιμη εποχή για την ανάπτυξη των μελισσών. Και αυτό, γιατί την εποχή αυτή, η ανθοφορία και κατ΄ επέκταση οι "μελισσοβοσκές" καθορίζουν το δυνάμωμα των μελισσών αλλά και την ποσότητα του μελιού που θα παραχθεί τελικά. Όμως και τα δύο εξαρτώνται άμεσα, τόσο από την τόπο εγκατάστασης των κυψελών, όσο και από την εποχή του χρόνου. Έτσι, το υψόμετρο, η γεωγραφική θέση  και το μικροκλίμα της περιοχής ανά εποχή, επιδρούν καταλυτικά στην παραγωγή του μελιού. Την Άνοιξη και ειδικότερα τον Μάιο, τα μελισσοκομικά φυτά που ανθίζουν και δίνουν γύρη και μέλι, είναι πολλά: η ακακία , η κουτσουπιά, το παλιούρι, η κουνούκλα, η παπαρούνα, η λαψάνα  κλπ  
Στη Κασσάνδρα ειδικότερα, το φυτό που έχει περισσότερο μελισσοκομικό ενδιαφέρον τον Μάιο, είναι η Σμυρνιά, ή αλογοθύμαρο, ή ασμυριά. Το επιστημονικό του όνομα είναι Anthyllis hermanniae (η ανθυλλίς του Χέρμαν). Πρόκειται για έναν αυτοφυή χαμηλό θάμνο, ύψους 50-60 εκ. ο οποίος ευδοκιμεί σε ξηρά χέρσα εδάφη, αντέχει στην ξηρασία και έχει ανθεκτική ανθοφορία στις καιρικές μεταβολές. Χαρακτηριστικά του είναι, τα δυνατά κλαδιά και τα κίτρινα ευωδιαστά του άνθη. Το άρωμα των λουλουδιών του είναι ιδιαίτερα ελκυστικό για τις μέλισσες. Το νέκταρ του, το οποίο είναι κίτρινο, χρωματίζει τις κηρήθρες της κυψέλης με ένα  ελαφρά κίτρινο χρώμα.
 
 
Η ανθοφορία της Σμυρνιάς αρχίζει από τις αρχές του Μάη, ξεκινώντας από τα χαμηλότερα υψόμετρα και κλιμακώνεται σταδιακά στα υψηλότερα σημεία. Μία καλή χρονιά, μπορεί να κρατήσει μέχρι τέλος του Μάη.

 
 
 
 
 
Φέτος, όσοι ντόπιοι μελισσοκόμοι δεν μετακίνησαν τα μελίσσια τους σε άλλες περιοχές, -μελισσοκομικά καταλληλότερες για το μήνα αυτό-, στηρίζουν όλες τους τις ελπίδες στη Σμυρνιά. Και αυτό, γιατί  η Σμυρνιά δεν «δίνει» μέλι κάθε χρόνο και  πέρυσι, (2012), ήταν μια άσχημη χρονιά για το συγκεκριμένο φυτό.

 
 
 
Παρόλο που στην Κασσάνδρα κατά το Μάιο, το κίτρινο που επικρατεί είναι της λαψάνας ή Σινάπι (Sinapis) και του σπάρτου (Spartium junceum), μελισσοκομικά, το πιο ενδιαφέρον είναι αυτό της Σμυρνιάς. Φύεται συνήθως κοντά σε θρούμπι, θυμάρι  και άλλα θαμνώδη. Το μέλι της, συμπληρώνει άριστα το θυμαρίσιο, αλλά και η ποιότητα του, είναι εφάμιλλη με αυτής του θυμαρίσιου μελιού.